boy 447701 1280«Πού πήγε η γιαγιά;», «Δηλαδή, δε θα ξαναδώ το σκυλάκι μου;», «Τι εννοείς ότι ο παππούς είναι στον ουρανό;» «Εσύ, μαμά, θα πεθάνεις;.

Ο θάνατος είναι αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής μας και αποτελεί μια από τις πιο δύσκολες και αγχογόνες καταστάσεις για τους περισσότερους από εμάς. Από την παιδική μας ηλικία ακόμα, συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι είναι ένα θέμα που δε μας αφορά και αποφεύγουμε να το συζητάμε. Ωστόσο, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το θάνατο από πολύ νωρίς. Βλέπουν νεκρά έντομα, ζωάκια ή πουλιά, ακούν στις ειδήσεις για θανάτους, παρατηρούν τους ήρωες στα κινούμενα σχέδια να πεθαίνουν ή ακούν αντίστοιχες ιστορίες σε παραμύθια.

Το πώς και πότε θα μιλήσουμε σε ένα παιδί για το θάνατο, εξαρτάται τόσο από την ηλικία και τις εμπειρίες του, όσο από τα δικά μας βιώματα, πεποιθήσεις και συναισθήματα. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει και η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Για παράδειγμα, πιο εύκολα θα μιλήσουμε για έναν ουδέτερο θάνατο με αφορμή μια τυχαία είδηση, παρά για την απώλεια ενός δικού μας προσώπου, που θα συνεπάγεται και τη δική μας συναισθηματική φόρτιση.
 
Στάδια κατανόησης του θανάτου
Πριν το δημοτικό, τα παιδιά συνήθως θεωρούν το θάνατο σαν κάτι προσωρινό, αναστρέψιμο, που δεν τα αφορά. Η πεποίθηση αυτή ενισχύεται ακόμα πιο πολύ, όταν οι ήρωες των κινουμένων σχεδίων ή των παιχνιδιών που παίζουν πεθαίνουν, διαλύονται και παρόλα αυτά συνεχίζουν να ζουν!
Μεταξύ 5-9 χρονών, τα περισσότερα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη μονιμότητα και το αναπόφευκτο του θανάτου, αλλά πιστεύουν ότι μπορούν να τον «ξεγελάσουν» και να τον νικήσουν. Δημιουργούν εικόνες με το θάνατο σαν σκελετό ή σαν μια φιγούρα άσχημη και τρομακτική, για αυτό και μπορεί να έχουν αντίστοιχους εφιάλτες.
Από 9-10 χρονών και μετά, αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι ο θάνατος είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός και η απουσία του ατόμου που πέθανε γίνεται τελεσίδικη.
Στην εφηβεία,αρχίζουν να αναπτύσσουν φιλοσοφικές απόψεις για τη ζωή και το θάνατο, το νόημα της ζωής και της ύπαρξης του ανθρώπου, καθώς και τη μεταθανάτια ζωή.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το κάθε παιδί έχει ένα ξεχωριστό ρυθμό ανάπτυξης και διαφορετικό τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων του. Όλα, όμως, χρειάζονται κοντά τους ενήλικες έτοιμους να τα ακούσουν και να τα στηρίξουν.
 
Τι δε λέμε στα παιδιά
«Κοιμάται, ξεκουράζεται»:Το παιδί δεν πρέπει να θεωρήσει ότι όποτε πάει κάποιος για ύπνο μπορεί και να μην ξυπνήσει ποτέ. Συγχύζεται όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως «κοιμάται» ή «έφυγε», καθώς αντιλαμβάνεται ότι κάτι άλλο συμβαίνει και μπορεί να μην αφήνει κανέναν να κοιμηθεί ή να φοβάται ακόμα και να πάει το ίδιο για ύπνο.
«Πέθανε, επειδή αρρώστησε»:Χρειάζεται πάντα να διαχωρίζουμε τη βαριά, θανατηφόρα ασθένεια, από ένα απλό κρυολόγημα, για παράδειγμα, γιατί έτσι το παιδί πιστεύει ότι όποιος αρρωσταίνει, τελικά πεθαίνει.
«Πέθανε, επειδή γέρασε»: Μια τέτοια γενίκευση θα του προκαλέσει άγχος, όταν δει ότι πεθαίνουν και παιδιά, ή δε θα μπορεί να κατανοήσει πώς γίνεται να υπάρχουν υγιείς ηλικιωμένοι.
«Τον πήρε ο Θεός»:Η πίστη φαίνεται να λειτουργεί ανακουφιστικά για μεγάλο ποσοστό ανθρώπων. Ωστόσο, τα μικρά παιδιά δε διαθέτουν τη γνώση και τις εμπειρίες για κάτι τέτοιο. Αντίθετα, μπερδεύονται όταν ακούν τους ενήλικες να λένε ότι «τώρα είναι καλά, είναι μαζί με τα αγγελούδια», ενώ τους βλέπουν να κλαίνε και να θρηνούν.
«Τον σκότωσαν οι κακοί»:Ειδικά σε περιπτώσεις εγκλημάτων και δολοφονιών, τα παιδιά χρειάζονται από μας να τα διαβεβαιώσουμε ότι θα τα φροντίζουμε και ότι θα είναι ασφαλή.
 
Τελικά τι λέμε στα παιδιά;
Στην πραγματικότητα, η απόκρυψη της αλήθειας ή η παροχή ψεύτικων πληροφοριών είναι αυτά που δυσκολεύουν πιο πολύ το παιδί, καθώς αντιλαμβάνεται ότι κάτι έχει συμβεί, το οποίο δεν μπορεί να εξηγήσει. Φτιάχνει σενάρια με το μυαλό του, πολλές φορές θεωρώντας ότι φταίει το ίδιο και καλύπτει τα συναισθήματα του, για τα οποία ίσως νιώθει ντροπή.
  • Ρωτάμε τα παιδιά τι γνωρίζουν ήδη, χωρίς να τα φορτώνουμε με περιττές λεπτομέρειες.
  • Χρησιμοποιούμε βοηθήματα για να τους μιλήσουμε, ανάλογα με την ηλικία τους, πχ. παραμύθια, μαριονέτες, ζωγραφιές.
  • Εκφραζόμαστε με απλά, ξεκάθαρα και σύντομα λόγια.
  • Ξεκαθαρίζουμε ότι εκείνα ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ.
  • Επαναλαμβάνουμε όσες φορές χρειαστεί και κάνουμε τις απαραίτητες γενικεύσεις.
  • Καθησυχάζουμε και διαβεβαιώνουμε ότι τα συναισθήματά τους είναι φυσιολογικά.
  • Δίνουμε χρόνο στο παιδί να εκφράσει τη λύπη, το θυμό ή τη στεναχώρια του και να διατυπώσει τις σκέψεις του.
  • Μοιραζόμαστε και εμείς δικές μας σκέψεις, συναισθήματα και αναμνήσεις, όσο αυτό είναι δυνατό.
 
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά με ειλικρίνεια και να μην αποφεύγουμε να μιλήσουμε για δυσάρεστα συναισθήματα, καθώς έτσι θα μάθουν ότι δεν είναι αποδεκτά και μεγαλώνοντας θα τα «πνίγουν». Ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά μπορούν να αντέξουν περισσότερα από όσα νομίζουμε, εφόσον περιβάλλονται από αγάπη, αποδοχή και ασφάλεια.
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)